Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Κοκκινολαίμης

Κόσμημα των κήπων και των πάρκων
τα κόκκινα φτερά σου ζωγράφιζαν στο μπλε του ουρανού
όπως σε κοιτούσα να φεύγεις από το μπαλκόνι μου
όποτε και αν έφευγες  και έκλεινα την πόρτα πίσω σου
αυτοανάφλεξη
και ενώ καιγόμουν σε κοιτούσα να απομακρύνεσαι
στάχτες μένανε όταν πια δε φαινόσουν
και από κει θα βγαινα σχετικά ζωντανός
μόλις σε ξανακοιτούσα.
Ίσως και με κρατούσε ορθό αυτή η σιγουριά της αντάμωσης
αυτή η σκοτεινή υπόσχεση
η ύπουλη ελπίδα η δεσμευτική
η αλυσίδα η πυρωμένη.

Τώρα
ελπίζω να πετάς προς τα κει που θες και ας είναι
οι άνεμοι.
Οι άνεμοι κόντρα και δυνατοί.
Οι άνεμοι.

Ελπίζω
να μένεις μακριά
απ'τα λιμνάζοντα νερά
και τους ανθρώπους.
Τη φοβόσουν την αλλαγή πουλί μου
το μυστικό είναι πως όλοι τη φοβόμασταν
και το μαθες το μυστικό
γιατί η στάση είναι σήψη
στα υγρά και στις ψυχές
η στάση είναι σήψη.

Εγώ παραμένω το ίδιο θηρίο αγκαλιά στις αλυσίδες μου
δεν τις έσπασα και ελπίζω
και ας έχω σκεφτεί πως
κάπου σε βρήκε βόλι κυνηγού και σε χει θηραματίσει
και ας έχω περάσει νύχτες συνεδριών να σε φαντασιώνομαι
κατασπαραγμένο
και έτσι παραμένω σε σημαντικότητα στο επίπεδο
των ξυπνητηριών που έχεις μάθει να αγνοείς
και ας κάθε μέρα τα προγραμματίζεις να χτυπάνε
γνωρίζοντας ότι θα τα αγνοήσεις.
Η στάση μου έχει αρχίσει να μυρίζει
και πρέπει να την κόψουμε πριν εξαπλωθεί
αλλά τα νούμερα δεν είναι με το μέρος μας.

Αργά πήγαινε και μη βιάζεσαι
αν υπάρχει έξοδος
δε χρειάζεται να βιάζεσαι
αν δεν είμαι εγώ εκεί
να σε φάω ζωντανό
δε χρειάζεται να βιάζεσαι
γιατί τώρα κοιτάμε και οι δύο πίσω
και βλέπουμε το ίδιο πράγμα που θέλουμε
και απομακρύνεται
το αφήνουμε πίσω.

Μπορεί να κάνω λάθος μα θα το μάθεις
μόνο μη βιάζεσαι.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Στο αμφιθέατρο ενός επιλεγόμενου

Άμα και συ όπως εγώ με είχες επιλέξει
δίπλα μου θα καθόσουνα
να κράζαμε μαζί
τους σπαστικούς συμφοιτητές
τους αδαείς καθηγητές
και όπως θα γελούσαμε
θα μας κοιτούσαν θυμωμένοι
και συ θα κοκκίνιζες
μόνο γιατί θα σε 'πιανα
πολύ ψηλά στο πόδι.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

1.2.3 bolero

12 Μαρτίου μα δε σου κάνω γενέθλια
περπατώ στην παραλία και πού και πού σταματάω στα παγκάκια
μην πέσω κάτω

τρέχουν
οι κόσμοι παράλληλα με μας και αν θες τους βλέπεις
και ευαισθησία είναι να ανταμώνεις τους κόσμους
αυτούς που θα μπορούσαν να υπάρχουν
μα δεν υπάρχουν
από εγωισμό, κακία ή πείσμα.

κόσμοι παράλληλοι που θα μπορούσαν να υπάρχουν
και μάλλον υπάρχουν
και είναι καλύτεροι
και οι άνθρωποι και ο Θεός τους
και είναι εκεί 12 Μαρτίου
και σε έχω στα πόδια μου
και σε φιλάω στο κεφάλι
και σου λέω χρόνια πολλά.

τρέχουν οι κόσμοι παράλληλα και ό,τι θα μπορούσε να υπάρξει
σε αυτούς υπάρχει
και εγώ βιώνω αυτόν
στον οποίο δεν υπάρχει
αυτό που θέλω να υπάρχει

ευαισθησία είναι να αναγνωρίζεις και στους άλλους
ό,τι θα μπορούσε να υπάρξει και δεν υπάρχει εδώ
και ό,τι υπάρχει εδώ.

Τους κόσμους να αναγνωρίζεις αυτό σε κάνει ευαίσθητο
η ύπαρξη τους ειναι βέβαιη
να τους αναγνωρίζεις και να τους μελετάς και να τους φαντάζεσαι

Άλλοι μέσα στα χρώματα και τη συνεργασία με ανθρώπους
να δουλεύουν όλοι μαζί και
να τα πετυχαίνουν
αυτά στα οποία εμείς αποτύχαμε

μερικοί χειρότεροι με πιο πολλά μικρά παιδιά
όμως
να παίζουνε στους δρόμους σαν αδέρφια και σαν αδέρφια να
ορίζονται

τουλάχιστον ένας τέλειος που
η ομορφιά του θα σε τύφλωνε
να σε 'βλεπα να δακρύζεις

αλλά και ένας κάποιος που και οι άνθρωποι μπορέσαν όλοι μαζί
να πορεύονται, και μεις
να βρούμε κοινή πορεία
απ'την οποία κανείς να μην μας βγάλει.

μα κάθε συμφωνία διαφορετική ανάλογα με τον μαέστρο
και μεις σε σοβαρή κώφωση αναζητούμε νοηματική στις κινήσεις του
και παρεξηγούμε τα χρόνια, ότι θα μας το συγχωρέσουν
μα αυτά είναι νταλίκες
και μεις χοχλιοί στο διάβα τους.



Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Νεκρό ή ζωντανό, φέρ'τον σε μένα.

Σε είδα στημένη στη γωνιά του παραδείσου
Οι εραστές σου φώναζαν "σήκω και ντύσου"
Μα πότε αυτοί κατάλαβαν τις μέρες μας;
Κομπάρσοι στα θεατρικά. 
Κοιμούνται σαν τα πτώματα.
Μυρίζοντας οικτρά.

Και εσύ φαντάζεις σα θεός και άγριο ποίημα.
Απλά υπάρχεις μες της γης την οκνηρία.
Άγνωστοι τρέχουνε στα πόδια σου τα κρύα
Και ποτέ δεν είναι αργά για να απορρίπτεις.

Μην μου πεις πότε θα ανοίξεις την πόρτα
Άσε με στο σκοτάδι σιγά σιγά να σωπάσω
Και χόρεψε στη φωτιά
Καλύτερα να μην ξέρω
από το να με ταΐζεις σκόνη.

Να σκέφτεσαι με τις ουλές σου τι θα υπήρχε.
Αν ο πατέρας σου σαν μάνα σε αγαπούσε.
Ή αν ο πόνος είναι ο πιο καλός σου φίλος.
Το μόνο σίγουρο πως έρχεται σαν σκύλος
Και εμφανίζεται σε κάθε κάλεσμα σου.

Αργά τη νύχτα συλλογιέσαι τα σεντόνια
Εκείνα στα οποία έχεις χαρίσει τόσο αίμα
Σου χάρισαν πίσω καμιά αλήθεια
όση εσύ αναζητούσες στο σκοπό τους; 

Παλιά, όσο ζούσε, είχαμε δει ενα φίλο 
Με ουλές όλη την πλάτη να καλύπτουν
Κι είπε αυτές καλώς υπάρχουν του θυμίζουν
Έναν παλιό του έρωτα στη Γερμανία.

Και κάθε πόνος από αυτές καλώς να ορίσει
Ενώ πονάει ένα μονάχα του θυμίζει
Έναν παλιό του έρωτα στη Γερμανία
"Όποτε θα μου τύχει πάλι θα τρακάρω
και η λαμαρίνα η καυτή αυτόν θυμίζει"

Τον πόνο φίλο παλιό είχε πια χρίσει
Ποιος είμαι εγώ να λέω πως κάνει λάθος;
Να προσπαθώ να τον ξυπνήσω με μανία;
Έσβηναν τσιγάρα στο χέρι και φώναζε:

"Νιώθω τον έρωτα αυτόν όπως και πρώτα.
Ένα παιδί με πόνεσε στη Γερμανία.
Ένα παιδί με πόνεσε όσο κανένας.
Και αυτό για μένα σήμαινε πως με αγαπούσε.
Δε θα ασχολιότανε αλλιώς, δε θα τολμούσε
να χαράξει τα σημάδια του στην πλάτη μου.
Με πόνο κέρδισε αυτός όλη την πλάση μου
Σε βεβαιώνω τον εαυτό μου πως ορίζω.
Καθώς το σώμα μου συχνά του το χαρίζω.
Χωρίς αυτό τι θα χε για να σημαδέψει;"

Ντε Σαντ και αίμα πια να τρέχει μες τη μέση. 
Έλα και φίλα με μονάχα όταν θέλεις. Δε ξέρω για σένα, δε ξέρω πια για σένα.
Μην είσαι άγγελος μην είσαι όσα ξέρεις
Μονάχα φέρσου σαν το πιο πικρό εγώ σου
Κι άσε με να κρίνω, από το φέρσιμο σου,
αν είναι απάτη αυτό που δείχνεις ή ανθοδέσμη.

Καιρός θα έρθει να μας κρίνει όπως πρέπει
Μα μέχρι τότε θα εικάζω απ'την πλευρά μου
Πως σαν αλήτης θα κοιτάς τα βήματα μου
Ενώ θα νιώθεις τις ουλές σου να βαθαίνουν

Και όταν ο πόνος άλλο πια δε σε καλύπτει
Δε σου θυμίζει έρωτες σε τόπους ξένους
Μη προσπαθήσεις να με βρεις
Και μη με ψάξεις
Απλά προσπάθησε στο αύριο να υπάρχεις

Σαν το παιδί που χάρισε στην πλάτη τις ουλές του
Σαν το παιδί που όταν πονούσε το θυμώταν
Και αυτή τη σκέψη έχε πάντα όπου και να σαι
Πως το παιδί αυτό κοιμάται πλέον μόνο. 

Όπως εσύ
Κοιμάται πλέον μόνο.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Χαμένη

Σαν ένα επικό τραγούδι που ξεκινάει δυνατά
και ας κρατάει λίγο
στα άδεια δωμάτια που μυρίζουν καπνό και στα βιβλία
τα τσαλακωμένα πάνω στα γραφεία
και στις πληγές από τις μπότες και
στα φιλιά της Αφροδίτης 
στις σπειροχαίτες παραδομένοι  
και στα κάρβουνα
και στα βιολιά και την ένταση
και την επίγνωση και τη θλίψη.

Άθλια νόηση πλάθεις το μέλλον, 
Θλίψη δικάζεις το παρόν
σε δυνατά βιολιά που τρυπάνε τύμπανα
και σε δυνατά τύμπανα που τρυπάνε το σώμα
σε σώματα αδύναμα
αδύναμα
και μυαλά ανίσχυρα ,στην παντοδυναμία τους.
Κορμιά φυλακές και πόλεις κλειστές.

Μη σταματάς τρελέ μαέστρο
σε διατάζω με παράκληση
κούνα τα χέρια σου πάλι και άσε
τα πνευστά να με συγκινήσουν άσε να με ταξιδέψουν
άσε να με κάνουν να πιστέψω πως ίσως 
έχω και γω κάτι
κάτι μικρό εκεί μέσα
που με κάνει το πρωί να ξυπνάω
και ας λένε ψέματα
τα πνευστά και τα βιολιά σου.

Τι είσαι συ, ποια σατανική σύνθεση είσαι;
Γιατί έχεις τη δύναμη να στύβεις τα μάτια;
Και ποιος σε έχει καλέσει. Ποιές είναι αυτές οι νότες που μου μιλάνε
και γω καταλαβαίνω τι μου λένε
χωρίς ούτε μια λέξη να ακούγεται;
Γιατί κλαίει αυτό το βιολί, ποιος κόσμος μπορεί να το βαραίνει;
Τι του κάνανε πάλι ενώ είναι τόσο όμορφο;

Δες τους πλανήτες,
δες τους πως σκάνε ψηλά από το βράχο σου,
άκου τα κύματα κάτω από τα πόδια σου να βουίζουν και ενώ πηδάς
οι μουσικές χαμηλώνουν και πάνω στον ουρανό
όλα τα αστέρια εκρήγνυνται
σκάνε
σαν πυροτεχνήματα
σαν πυροτεχνήματα.

Σαν πυροτεχνήματα.


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Η αναρχική

 Ήταν μια μέρα που έξω έκανε Θεσσαλονίκη. Περπατούσες και δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος αν αυτό που κρέμεται από πάνω σου είναι ουρανός ή ένα γκρίζο βαρίδι που έρχεται να σε πλακώσει. Βγήκα έξω και περπατούσα. Πρέπει να ήρθε Φθινόπωρο, γιατί θυμάμαι τα βήματά μου να παίρνουν τέχνη από τα τσακισμένα φύλλα. Φορούσα το παλιό μου δερμάτινο που είχε πια ποτίσει φθηνό ξινό κρασί και τα τσιγάρα των φίλων μου και όποτε το φορούσα στο μυαλό μου υπήρχαν μόνο χαμόγελα γυναικών και το σημάδι της πληγής μου. Μπήκα στο μαγαζί και περίμενα σαν να ήξερα ότι κάτι θα συμβεί.

 Μπήκες μέσα με τη χαρακτηριστική γοητεία που σου προσδίδει η κλασσική σου παιδεία σε συνδυασμό με την ελευθεριακή σου κοσμοθεωρία. Γαλλικά, πιάνο και ξύλο στους φασίστες. Πάντα αναρωτιόμουν ποιος δεν σε ερωτεύεται. Κατέβασες το μαύρο κασκόλ όσο ένας έντονος αέρας από την ανοιχτή πόρτα γύρισε τα πρόσωπα προς το μέρος σου και κινήθηκες με την άνεση που ελέγχεις μέσα από τον κόσμο και προς το μέρος μου. Πάντα παίζαμε σε δύο μέρη. Το μέρος σου και το μέρος μου. Οι στάσεις στο χώρο και οι τρόποι μας ήταν πάντα ενδεικτικοί του παιχνιδιού αλλά εκείνη τη μέρα δεν είχαμε όρεξη για παιχνίδια.

 Όταν ήρθες κοντά το πρόσωπό σου ήταν λευκό όπως πάντα, ποιος δε σε ερωτεύεται αλήθεια, και για λίγο τα μάτια σου πήραν μια κόκκινη απόχρωση από τα φώτα του μπαρ και γω σκεφτόμουν ποιο κομμάτι του σώματός μου να κόψω για να δειπνήσεις. Κάθισες δίπλα μου και χαμογέλασες και σου είπα μην με βάζεις να γράφω πάλι για σένα, και απάντησες αν θες μην γράφεις αλλά μετά πώς θα κοιμηθείς;
 "Τι κάνεις; Πώς είσαι;",
δε θα μιλήσουμε για πράγματα γελοία.
Στο τέλος της πορείας σε μένα θα καταλήξεις απάντησα, σε σένα θα φορέσουν το στεφάνι διευκρίνισες.

 Θα προτιμούσες να μην υπάρχω ρε; με ρώτησες, βάζοντας με να διαλέξω ανάμεσα στο αφόρητο και στην παντελή αδιαφορία. Όχι, απάντησα, δεν με γοητεύει το κενό. Θα ήθελα να περάσουμε παρακάτω όμως. Δεν μπορώ να στο υποσχεθώ μου θύμισες και σε κατηγόρησα που μου άνοιξες τα μάτια και τα τύφλωσες. Πως γυρνάς πίσω γνωρίζοντας αυτό το συναίσθημα; Η κατηγορία μου σου φάνηκε τόσο αστεία που δεν προσπάθησες καν να κρύψεις το γέλιο σου. Τώρα γελάς, πάντα θα γελάς και τα λοιπά και τα λοιπά. Με κοίταξες και μου είπες, να ξέρεις αυτός ήταν ο καλύτερός σου χρόνος, ελπίζω να τον χόρτασες. Άνοιξες μια πόρτα και περάσαμε στο πένθος με αυτήν την έκφραση. Αυτός ήταν όντως ο καλύτερος μου χρόνος. Με ένα φάσμα από τη Θέωση ως τα σκατά.

 Και για πες τώρα τι κέρδισες; συνέχισες. Μια ζωή χωρίς εκπλήξεις; Μπράβο. Και χειροκρότησες αργά αργά σαν να προσπαθείς να με υπνωτίσεις. Χωρίς προσδοκίες και χωρίς ελπίδα βλέπεις τα πράγματα καλύτερα ρε συ. Δηλαδή αν μπορούσες να μη θυμάσαι; Δε θα θυμώσουν; Θα θυμώμουν.
Μήπως απλά χρειάζεσαι τον πόνο για να δίνεις νόημα;
Ήρθα εδώ να υποφέρω να αγαπήσω και να χαθώ. Μην μου μιλάς με αναφορές. Δεν έχω καταλάβει ακόμα κάτι, συμπλήρωσες, τώρα φεύγω, έχω ήδη φύγει, ίσως δεν με ξαναδείς ποτέ, φεύγεις και συ, αφήνεις την πόλη, ίσως την χώρα, ίσως τον κόσμο σε λίγο, χαίρεσαι;
Αν λιώσεις σαν τους πάγους! Και αν γίνω ουλή; Και αν γίνεις ανάμνηση; Δε θα γίνω ανάμνηση, θα γίνω σημάδι. Σημάδι. Σημάδι. Μα δεν έχεις κάποιο χαρακτηριστικό που δεν έχει ο Θεός. Απλά δηλώνεις άνθρωπος.

" Όταν σε συνάντησα στο τρένο είχε μια κενή θέση δίπλα σου και έτρεξα να την πιάσω με το θάρρος και τη μανία που ποτέ δεν με είχε ξαναορίσει, το μόνο που ήταν προς διερεύνηση ήταν το τι θα σου λεγα, οπότε απλά στα είπα όλα, ποιος κάθεται να διαλέγει. Είναι κρατημένη η θέση κύριε. Σίγουρα; Ναι. Σίγουρα; Ναι. Τώρα; Ναι. Δεν ξανανεβαίνω σε τρένο."

Άσε τις χαζές αναλογίες μωρέ, μου είπες παίζοντας ένα νυχτερινό που συντόνισε τα σπλάχνα μου, όποιος δε σε ερωτεύεται είναι ηλίθιος, και σοβαρέψου. Δεν έχω ασχοληθεί με τίποτα πιο σοβαρά απάντησα πειραγμένος. Μην κοιτάς που πετάω κοντά σου μόνο στον ύπνο μου και γεμίζω με σιωπή τις στιγμές που σε κοιτάω στα μάτια, αυτό ακριβώς είναι η σοβαρότητα μου. Μην ξαναγειώσεις τα λόγια μου επειδή δεν καταλαβαίνεις. Τι είναι το πιο χαζό πράγμα που έχεις κάνει, με ρώτησες. Που τώρα κοιτάω τον καναπέ που καθόσουν προσπαθώντας να σε ξαναδώ και τότε σε άφησα να φύγεις. Αυτό δεν έχεις καταλάβει απάντησες. Αυτό το έκανα εγώ.

Γυρνούσα σπίτι και είχε νυχτώσει, από την παραλία, η πόλη έκανε θόρυβο, θόρυβος και θόρυβος και στο μυαλό μου η φωνή σου δεν βοηθούσε και είχα ανάγκη την ησυχία. Ήρθα και σε περιμένω στην ησυχία. Όπως όταν κλείνεις το βιβλίο που μόλις τελείωσες, όπως όταν η γη ραγίζει, όπως σε φανταζόμουν να κοιμάσαι μετά τον έρωτα που μόλις τελείωσες, όπως αφού σκοτώσεις το τέρας, όπως ο υγρός βυθός σε αγκαλιάζει, όπως συναντάς τα θηρία, όπως όταν μου είπες το πρώτο όχι, απλή ησυχία.

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

5.16

Σήμερα ο μνησίκακος κέρδισε. Επίσης αφήνει την επίγευση ότι συστηματικά θα κερδίζει.